φαραώνια

φαραώνια
τα, Ν [φαραώ (Ι)]
(διαλ. τ.) (στη γλώσσα τών λαθρεμπόρων) τελωνοφύλακες.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”